
Όλα μπορούν να σβήσουν μια στιγμή μετά. Στοιχισμένοι στην αντίστροφη μέτρηση. Απόλυτα ανθρώπινοι. Αδιάφοροι για το τέλος. Ερωτευμένοι.

Χωρίς λόγια. Απόσταση σιωπή. Αντίθετα φωτίζουν τα μάτια. Σώματα στριμωγμένα. Συμπεριφορές. Γραμμές παράλληλες. Ανάσες λαίμαργες. Ψάχνουν. Δίπλα στους άλλους. Να πάρουν όσο περισσότερο αέρα μπορούν. Να φέρουν κοντά τα δυο στόματα. Ανάμεσα. Σε ένα κάποτε κι ένα αύριο.

Ψίχουλα. Ριγμένες μικρές χαρές. Εδώ κι εκεί στη ζωή. Αταξία φέρνουν. Γλυκά μουδιάζουν. Αντίθετοι κανόνες. Ακυβέρνητοι. Χάνουν τις γραμμές τους. Ένα γέλιο τις σβήνει. Εύκολα.

Καμία εντολή. Τους λόγους ζητάς. Να τους δώσεις στο βήμα σου. Αποκομμένο από σένα. Απαθές. Ξένο. Πανικός. Ελεύθερος κυκλοφορεί. Κόβει ανάσες. Κρύβει φως. Παλιώνει σκέψεις. Βουλιάζουν σχέδια. Πριν προλάβουν να χριστούν. Στης θέλησης την κάψα. Χάνεσαι. Κρυμμένος. Σάβανο η θλίψη. Μικραίνεις. Ψεύτικος ουρανός. Τρομοκράτης. Πεπρωμένο μετέωρο. Δυσδιάκριτο το ίχνος. Γραμμή στο χιόνι. Σβήνει.

Φουρτουνιασμένες οι ημέρες βρέχουν απόγνωση. Σαν κακό παραμύθι. Στραγγίζει τις ανάσες. Αμήχανη εναλλαγή. Η ημέρα παραλαμβάνει από την νύχτα. Κρεμασμένοι στην ρόδα του Λούνα Παρκ βουτάμε αργά στο έδαφος. Σε λίγο θα ατενίζουμε τα πάντα από ψηλά. Ένα προνόμιο που χάνεις στην κάθοδο. Μέχρι να πάψεις να αναγνωρίζεις πότε είσαι πάνω ή κάτω. Είναι εκείνη η στιγμή που οι ήχοι δεν φτάνουν στα αυτιά σου. Η δόνηση. Γίνεται χρώμα χάδι προσευχή. Είναι ο χτύπος της καρδιάς σου.

Χαλασμένο καλοκαίρι. Ρέπλικα. Γλυκιά ανάμνηση. Καρπούζι μύριζε. Την γλύκα του άπλωνε. Την εποχή ξεδίψαγε. Γέμιζαν θέλω οι ώρες. Τις ξοδεύαμε σπάταλα εμείς.