
Καμία εντολή. Τους λόγους ζητάς. Να τους δώσεις στο βήμα σου. Αποκομμένο από σένα. Απαθές. Ξένο. Πανικός. Ελεύθερος κυκλοφορεί. Κόβει ανάσες. Κρύβει φως. Παλιώνει σκέψεις. Βουλιάζουν σχέδια. Πριν προλάβουν να χριστούν. Στης θέλησης την κάψα. Χάνεσαι. Κρυμμένος. Σάβανο η θλίψη. Μικραίνεις. Ψεύτικος ουρανός. Τρομοκράτης. Πεπρωμένο μετέωρο. Δυσδιάκριτο το ίχνος. Γραμμή στο χιόνι. Σβήνει.

Φουρτουνιασμένες οι ημέρες βρέχουν απόγνωση. Σαν κακό παραμύθι. Στραγγίζει τις ανάσες. Αμήχανη εναλλαγή. Η ημέρα παραλαμβάνει από την νύχτα. Κρεμασμένοι στην ρόδα του Λούνα Παρκ βουτάμε αργά στο έδαφος. Σε λίγο θα ατενίζουμε τα πάντα από ψηλά. Ένα προνόμιο που χάνεις στην κάθοδο. Μέχρι να πάψεις να αναγνωρίζεις πότε είσαι πάνω ή κάτω. Είναι εκείνη η στιγμή που οι ήχοι δεν φτάνουν στα αυτιά σου. Η δόνηση. Γίνεται χρώμα χάδι προσευχή. Είναι ο χτύπος της καρδιάς σου.

Χαλασμένο καλοκαίρι. Ρέπλικα. Γλυκιά ανάμνηση. Καρπούζι μύριζε. Την γλύκα του άπλωνε. Την εποχή ξεδίψαγε. Γέμιζαν θέλω οι ώρες. Τις ξοδεύαμε σπάταλα εμείς.

Γραμμή πάνω της. Σημαδεύει. Τους κήπους. Τις πλατείες. Τονίζει τις σκιές. Λούζονται στο φως μαζί της. Μοιράζει χαρά. Πιστοί στρατιώτες τα μάτια σου. Ομορφιά φυλάνε. Παιχνίδια πολέμου. Για Θνητούς.

Μόνο τα χρώματα αλλάζουν. Παρέα στον χρόνο. Δεν νοιάζεται αυτός. Εγκαταλείπει ένα πριν για ένα μετά.

Έζησες. Θυμάσαι. Μνήμη αντάρτης. Ενάντια στα καλοκαίρια. Τους χειμώνες. Κλείδωσε. Μια εποχή ο χρόνος όλος. Η δική της.

Ασάλευτη. Αγκυροβολημένη αρόδο η σκέψη της. Βασιλεύει. Δεν πλέει τίποτα κοντά της. Παραδομένο λιμάνι. Κατακτημένος ζεις.